Το όνειρο των γυναικών άνω των 40 να αποκτήσουν ένα υγιές μωρό , είναι  πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστήμης.

0
175

Στις μέρες μας ολοένα και περισσότερες γυναίκες τεκνοποιούν σε μεγάλη ηλικία και αποκτούν το πρώτο τους μωρό μετά τα 40 έτη και έχουν σοβαρούς λόγους για να το κάνουν αυτό. Καταρχήν είναι οι σπουδές τους και στη συνέχεια η  επαγγελματική τους καταξίωση που θα τους προσφέρει τη πολυπόθητη οικονομική ανεξαρτησία. Αυτοί οι λόγοι λοιπόν, αναμφίβολα, ανεβάζουν τον πήχη σε ότι αφορά την επιλογή  του συντρόφου τους, που θα αποφασίσουν να προχωρήσουν στο μεγάλο κεφάλαιο της ζωής τους που λέγεται οικογένεια. Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι δεν πληρώνουν  το τίμημα καθώς όλες γνωρίζουν πολύ καλά, ότι η φύση έχει προβλέψει να υπάρχει ημερομηνία λήξεως στη γονιμότητα. Ένα τίμημα που άλλες το αποδέχονται ενώ άλλες  στηρίζουν τις ελπίδες τους στην επιστήμη και σε πολύ μεγάλο βαθμό πετυχαίνουν να γίνουν μητέρες μετά τα 40αραντα.

Σύμφωνα με στοιχεία, ο αριθμός των γυναικών που απέκτησαν το πρώτο τους παιδί σε ηλικία άνω των 35 ετών είναι εννέα φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο που καταγράφηκε πριν από 40 χρόνια, ενώ ο αριθμός των γυναικών που απέκτησαν παιδί μετά την ηλικία των 40 ετών είναι 30 φορές μεγαλύτερος, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο αριθμό πριν από 40 χρόνια!

«Το όνειρο των περισσότερων γυναικών να αποκτήσουν ένα υγιές μωρό σε μεγάλη ηλικία έχει γίνει πλέον πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστήμης, ωστόσο, αυτό που δεν πρέπει να ξεχνούν οι γυναίκες κι αυτό που τονίζουμε οι ιατροί είναι ότι η γονιμότητα των γυναικών αρχίζει να ελαττώνεται μετά την ηλικία των 35 ετών και μετά τα 40 έτη η ικανότητα των γυναικών να συλλάβουν μειώνεται κατακόρυφα. Σε αυτή την ηλικία οι ωοθήκες παράγουν ωάρια φτωχότερης ποιότητας, σε μικρότερο αριθμό και με αυξημένο ποσοστό χρωμοσωματικών ανωμαλιών», όπως αναφέρει στο www.ygeia50plus.gr ο Σωτήρης Τρομπούκης Μαιευτήρας Χειρουργός – Γυναικολόγος.

Πολλές γυναίκες άνω των 40 ετών πιστεύουν ότι εφόσον η περίοδός τους είναι τακτική, έχουν τις ίδιες πιθανότητες σύλληψης όπως οι γυναίκες μικρότερης ηλικίας. Αυτό, όμως, είναι λάθος, καθώς όσο η γυναίκα μεγαλώνει, εμφανίζει πιο συχνά ινομυώματα, αδενομύωση ή πολύποδες μήτρας που επηρεάζουν τις πιθανότητες σύλληψης.

«Επίσης, ο κίνδυνος αποβολών και γενετικών παθήσεων αυξάνεται σημαντικά μετά την ηλικία των 40 ετών, ενώ οι γυναίκες που εργάζονται πολλές ώρες την ημέρα έχουν μειωμένη συχνότητα σεξουαλικών επαφών και επομένως και λιγότερες πιθανότητες σύλληψης. Σημαντικό ρόλο βέβαια διαδραματίζουν στην προσπάθεια σύλληψης και οι διαταραχές κύκλου, αφού τα ποσοστά των κύκλων με σωστή ωορρηξία ανέρχονται μόλις στο 16-30% σε γυναίκες ηλικίας 40 έως 45 ετών» τονίζει ο γιατρός.

Γυναικολόγος Δρ. Σωτήρης Τρομπούκης

Σύμφωνα με τους ειδικούς, όσο μεγαλώνει η γυναίκα που θέλει να μείνει έγκυος τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος αποβολής κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, λόγω μειωμένης λειτουργικότητας της μήτρας και των ωοθηκών. Σχετική μελέτη αναφέρει ότι η πιθανότητα αποβολής σε γυναίκες κάτω των 25 ετών είναι μόλις 10%, ποσοστό που εκτοξεύεται στο 34% στην ηλικιακή ομάδα άνω των 40 ετών.

«Όσο αυξάνεται η ηλικία της γυναίκας που θέλει να αποκτήσει ένα μωρό, τόσο μεγαλώνει και ο κίνδυνος εμφάνισης χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Αντίστοιχη μελέτη αναφέρει ότι γενετικές παθήσεις, όπως για παράδειγμα το σύνδρομο Down, εμφανίζονται σε 1 στα 70 παιδιά με μητέρα στην ηλικία των 40 ετών, ενώ εκτιμάται πως, όταν η μητέρα είναι στην ηλικία των 44 ετών και άνω, 1 στα 20 παιδιά θα παρουσιάσει μία γενετική πάθηση» μας λέει ο Σωτήρης Τρομπούκης Μαιευτήρας Χειρουργός – Γυναικολόγος.

Η ηλικία των γυναικών έχει και άλλες επιδράσεις στη διαδικασία της τεκνοποίησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η γυναίκα που μένει έγκυος, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης εξωμητρίου κύησης, ενώ ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών εγκυμοσύνης, όπως διαβήτης, πρόωρος τοκετός, προεκλαμψία, καθυστερημένη ενδομήτρια ανάπτυξη και προδρομικός πλακούντας, διπλασιάζεται ή τετραπλασιάζεται σε γυναίκες άνω των 40 ετών.

Επιπλέον, οι έγκυες γυναίκες μεγάλης ηλικίας πρέπει να υποβληθούν σε επεμβατικές μεθόδους προγεννητικής διάγνωσης, όπως λήψη τροφοβλάστης και αμνιοπαρακέντηση, οι οποίες ενέχουν κίνδυνο αποβολής. Την ίδια ώρα είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος αιμορραγίας μετά τον τοκετό, λόγω δυσκολότερης σύσπασης των μυϊκών ινών της μήτρας, ενώ αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες τα βρέφη, μετά τη γέννα, να νοσηλευθούν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Νεογνών.

Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή

Μελέτες έχουν δείξει ότι μόνο οι μισές γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω μπορούν να αποκτήσουν παιδί δια της φυσικής οδού, καθώς η ηλικία αποτελεί σημαντική αιτία υπογονιμότητας. Οι υπόλοιπες γυναίκες θα πρέπει να ακολουθήσουν κάποια μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής για να αποκτήσουν το δικό τους παιδί και να γίνουν μητέρες. Εκτιμάται ότι τρεις στις τέσσερις γυναίκες θα καταφέρουν να επιτύχουν εγκυμοσύνη με τη συνδρομή της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

«Ωστόσο, πριν καταφύγουμε σε οποιαδήποτε μέθοδο υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, θα πρέπει να γίνει η σωστή διάγνωση της αιτίας υπογονιμότητας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί σωστά (ενδομητρίωση, αντρικός παράγοντας κλπ) και να έχουμε μία επιτυχημένη εγκυμοσύνη» εξηγεί ο γιατρός.

Διέγερση ωοθηκών

Η διέγερση των ωοθηκών είναι μία μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και συμβάλλει στην παραγωγή και απελευθέρωση από τη γυναίκα ενός ή και περισσοτέρων ωαρίων και συνδυάζεται είτε με προγραμματισμένη επαφή είτε με σπερματέγχυση. Η θεραπεία ξεκινά συνήθως την 2η – 3η ημέρα του κύκλου και διαρκεί για λίγες ημέρες, μέχρι η γυναίκα να είναι έτοιμη για ωορρηξία. Η παρακολούθηση γίνεται με μια σειρά ορμονικών εξετάσεων αίματος και ενδοκολπικών υπερηχογραφημάτων, τα οποία δείχνουν το μέγεθος και την ανάπτυξη των ωαρίων και το πάχος του ενδομητρίου.

Η διέγερση των ωοθηκών χρησιμοποιείται στις γυναίκες που δεν έχουν αυθόρμητη ωορρηξία (ακανόνιστη έμμηνος ρύση ή σπάνια) και εμφανίζουν διαταραχές των επιπέδων των ορμονών που σχετίζονται με την ωορρηξία, όπως οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η διέγερση των ωοθηκών εφαρμόζεται και σε γυναίκες που μπορεί να έχουν αυτόματη ωορρηξία, αλλά έχουν μία ανεξήγητη υπογονιμότητα. Αυξάνοντας τον αριθμό των ωαρίων που απελευθερώνουν, αυξάνουμε τις πιθανότητες να πετύχουν εγκυμοσύνη.

Εξωσωματική Γονιμοποίηση

Μία σημαντική θεραπεία υπογονιμότητας που συστήνεται στις γυναίκες άνω των 40 ετών, αποτελεί η εξωσωματική γονιμοποίηση, κατά την οποία τα ωάρια γονιμοποιούνται από τα σπερματοζωάρια έξω από τη μήτρα, in vitro. Η διαδικασία περιλαμβάνει τον ορμονικό έλεγχο της διαδικασίας της ωορρηξίας και τη λήψη των ωαρίων από τις ωοθήκες της γυναίκας προκειμένου να γονιμοποιηθούν από το σπέρμα μέσα σε υγρό μέσο. Στη συνέχεια το γονιμοποιημένο ωάριο μεταφέρεται στη μήτρα, με σκοπό να δημιουργήσει μια επιτυχημένη εγκυμοσύνη.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ο αριθμός των γυναικών ηλικίας άνω των 40 ετών που υποβάλλονται σε προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης έχει αυξηθεί πάνω από 10 φορές. Μάλιστα σε κάποιες κλινικές εξωσωματικής γονιμοποίησης οι μισές γυναίκες που προσέρχονται είναι ηλικίας άνω των 40 ετών.

Να υπογραμμίσουμε εδώ, ότι μία γυναίκα μέσης αναπαραγωγικής ηλικίας έχει 20-35% ποσοστό επιτυχίας σε κάθε προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης. Μέχρι την ηλικία των 35 ετών το ποσοστό επιτυχίας ανά κύκλο μπορεί να φθάσει στο 40%, αλλά από την ηλικία αυτή και μετά οι πιθανότητες επίτευξης εγκυμοσύνης μειώνονται αισθητά. Στην ηλικία των 40 ετών το ποσοστό επιτυχίας ανέρχεται στο 12% με τη χρήση ωαρίων της ίδιας της γυναίκας, ενώ, σύμφωνα με μελέτη, το ποσοστό αυτό σε γυναίκες άνω των 44 ετών αγγίζει μόλις το 1,3% (εξωσωματική με δικά τους ωάρια).

Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να επιτύχουν εγκυμοσύνη με δικά τους ωάρια, αλλά θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος, θα πρέπει να κάνουν περισσότερες προσπάθειες (περισσότερους κύκλους) και να ξοδέψουν έτσι και περισσότερα χρήματα. Γι’ αυτό συμβουλεύουμε τις γυναίκες, μετά την ηλικία των 43 ετών που προσπαθούν με δικό τους ωάριο και δεν έχουν επιτύχει εγκυμοσύνη, να προχωρήσουν σε εξωσωματική γονιμοποίηση με ωάριο δότριας. Οι πιθανότητες επιτυχίας με τη χρήση δανεικών ωαρίων (από υγιείς γυναίκες πολύ μικρότερης ηλικίας) σε οποιαδήποτε ηλικία αγγίζει το 60%, κοστίζει, ωστόσο, πιο ακριβά και δεν μπορούν όλα τα ζευγάρια να ανταπεξέλθουν οικονομικά.

Παρένθετη μητρότητα

Το δρόμο της παρένθετης μητρότητας επιλέγουν οι γυναίκες που επιθυμούν να γίνουν μητέρες και έχουν σοβαρό πρόβλημα υγείας, το οποίο δεν τους επιτρέπει να αποκτήσουν παιδί. Το πρόβλημα υγείας αυτό πρέπει να διαπιστωθεί από ιατρό και να επικυρωθεί νομικά και στη συνέχεια να αρχίσει η διαδικασία της παρένθετης μητρότητας. Προβλήματα που εμποδίζουν μία εγκυμοσύνη είναι καρδιοπάθεια, ιστορικό καρκίνου, απουσία ή αφαίρεση μήτρας, ιστορικό επαναλαμβανόμενων αποβολών κά.

Η γυναίκα που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τοκετό, θα προσκομίσει τα απαραίτητα ιατρικά έγγραφα στο δικαστήριο, το οποίο και θα δώσει τη συγκατάθεσή του για την έναρξη των προσπαθειών. Στη συνέχεια οι γονείς θα απευθυνθούν σε ένα κέντρο γονιμότητας για να ξεκινήσει η προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης σε παρένθετη μητέρα. Την παρένθετη συνήθως την υποδεικνύουν οι ίδιοι οι γονείς, ωστόσο υπάρχει και δεξαμενή δότριων γυναικών με τις οποίες συνεργάζονται τα κέντρα.

Η παρένθετη μητέρα γονιμοποιείται αυστηρά και μόνο με ωάριο της μητέρας και σπερματοζωάρια από τον πατέρα, ενώ αν δεν υπάρχουν ωάρια από τη μητέρα, τα ωάρια που χρησιμοποιούνται δεν προέρχονται από την παρένθετη, αλλά από διαφορετική δότρια – η οποία, σύμφωνα με το νόμο, πρέπει να είναι μέχρι 30 ετών.

Σημειώνεται πως το νομικό πλαίσιο στη χώρα μας είναι πάρα πολύ αυστηρό και δεν αφήνει κανένα ανοιχτό «παράθυρο» στην παρένθετη μητέρα να διεκδικήσει το παιδί που κυοφορούσε για εννέα μήνες, ενώ εκτιμάται πως ο αριθμός των τοκετών από παρένθετη μητρότητα δεν ξεπερνά ετησίως τους 15.

Υιοθεσία

Τα ζευγάρια που δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν μπορούν να καταφύγουν στη λύση της υιοθεσίας. Δυστυχώς, όμως, λόγω του γραφειοκρατικού κυκεώνα, τα ζευγάρια μπορεί να χρειαστεί να περιμένουν τέσσερα με πέντε χρόνια μέχρι να καταφέρουν να υιοθετήσουν με νόμιμο τρόπο ένα παιδί που ζει σε ίδρυμα, μακριά από τους βιολογικούς του γονείς.

Να τονίσουμε, δε, ότι για να μπορέσει να υιοθετήσει κάποιος ένα παιδί πρέπει να έχει συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας του, ενώ απαγορεύεται η υιοθεσία σε όσους έχουν υπερβεί τα 6Ο. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 18 χρόνια ανάμεσα στους θετούς γονείς και στο υιοθετημένο παιδί.Πάντως, είναι σημαντικό, πριν από την τελική απόφαση, οι υποψήφιοι θετοί γονείς να είναι σίγουροι για την υιοθεσία, να έχουν συζητήσει με ειδικούς τις ιδιαιτερότητες της κατάστασης και μόνο, αν είναι σε θέση να τις διαχειριστούν, να κάνουν το μεγάλο βήμα.