Κυστική ίνωση: Η κληρονομική νόσος της λευκής φυλής μπορεί να προληφθεί πριν τη γέννηση

0
74

Γράφει η Ειρήνη Λουίζου

Βιολόγος Ph.D, ErCLG Τμήμα Μοριακής Γενετικής ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ Αμπελοκήπων

 

H κυστική ίνωση ή κυστική ινώδης νόσος ή ινοκυστική νόσος (cystic fibrosis στα αγγλικά, mucoviscidose στα γαλλικά) είναι η πιο συχνή, παγκοσµίως, κληρονοµική νόσος της λευκής φυλής, που προκαλείται από τη µετάλλαξη ενός γονιδίου του έβδοµου χρωµοσώµατος και προσβάλλει πολλά ζωτικά όργανα και συστήµατα του ανθρώπινου οργανισµού.

Κύριο χαρακτηριστικό της νόσου είναι η εµφάνιση ιδιαίτερα παχύρρευστων και αφυδατωµένων εκκρίσεων σε διάφορα όργανα και αδένες του σώµατος, µε αποτέλεσµα τη σταδιακή καταστροφή ζωτικών οργάνων όπως οι πνεύμονες και τελικώς στην ανεπάρκεια αυτών.
Μόλις το 1989 εντοπίστηκε το γονίδιο που σχετίζεται µε την κυστική ίνωση, που είναι υπεύθυνο για την παραγωγή µιας πρωτεΐνης (CFTR – Cystic Fibrosis Transmembrane Regulator). Η πρωτεΐνη αυτή ελέγχει τη διέλευση του χλωρίου από τις µεµβράνες των επιθηλιακών κυττάρων διάφορων οργάνων του σώµατος, όπως των πνευµόνων, του παγκρέατος, των ιδρωτοποιών αδένων και του εντέρου.

Η δυσλειτουργία του γονιδίου έχει ως συνέπεια την προβληµατική παραγωγή ή λειτουργία της πρωτεΐνης, µε αποτέλεσµα στα διάφορα όργανα να παράγεται από το επιθήλιο παχύρρευστη και κολλώδης βλέννη, που αποφράσσει τους πόρους των αδένων ή των αγωγών που υπάρχουν σε αυτά.

Κληρονομικότητα
Η  κυστική ίνωση είναι μια γενετική διαταραχή (συνεπώς µη µεταδοτική) που οι ασθενείς φέρουν από τη γέννησή τους, έχοντας κληρονοµήσει δύο παθολογικά γονίδια της κυστικής ίνωσης, ένα από τον κάθε γονέα τους.

Τα άτοµα που φέρουν ένα µόνο παθολογικό γονίδιο λέγονται φορείς του γονιδίου και θεωρούνται απολύτως υγιή. Για να γεννηθεί ένα παιδί µε κυστική ίνωση πρέπει απαραίτητα και οι δύο γονείς του να είναι φορείς ή ασθενείς. Οι πιθανότητες εµφάνισης της νόσου για κάθε παιδί καθορίζονται από τον κανόνα του Mendel.

Συμπτώματα
Η νόσος είναι πολυσυστηµατική, δηλαδή προσβάλλει, διάφορα όργανα του σώµατος. Τα κυριότερα συμπτώματα αφορούν:

– το αναπνευστικό σύστηµα,

-το πεπτικό – γαστρεντερικό

– και το αναπαραγωγικό σύστηµα.

Υπάρχει µεγάλη ποικιλία στην εµφάνιση, αλλά και τη βαρύτητα προβληµάτων στους ασθενείς. Ο κάθε ασθενής επηρεάζεται διαφορετικά.

Άλλα συνήθη συµπτώµατα είναι ο αλµυρός ιδρώτας µε σοβαρό κίνδυνο αφυδάτωσης, η παγκρεατική ανεπάρκεια και άλλα γαστρεντερικά προβλήµατα.

Επίσης, υπάρχουν κάποιες επιπτώσεις στο αναπαραγωγικό σύστηµα στους άνδρες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις µπορεί να εµφανιστούν µια µορφή διαβήτη (CFRD – Cystic Fibrosis Related Diabetes), καρδιακά προβλήµατα (πνευµονική καρδία ή καρδιακή ανεπάρκεια), σοβαρά ηπατικά προβλήµατα (κίρρωση), παγκρεατίτιδα, οστεοπόρωση – οστεοπενία, ρευµατοειδής αρθρίτιδα, ρινικοί πολύποδες και διάφορες άλλες επιπλοκές.

Μεταλλάξεις του γονιδίου CFTR
Στο γονίδιο CFTR έχουν περιγραφεί περισσότερες από 1.900 διαφορετικές αλλαγές (µεταλλάξεις και πολυµορφισµοί). Η συχνότητα και το είδος των αλλαγών έχουν σαφή πληθυσµιακή και γεωγραφική κατανοµή. Στους ασθενείς ελληνικής καταγωγής έχουν ανιχνευτεί περισσότερες από 120 διαφορετικές µεταλλάξεις, κάποιες εκ των οποίων αφορούν ελάχιστες οικογένειες.

Η συχνότερη µετάλλαξη της νόσου είναι η F508del, µε συχνότητα 53% στον ελληνικό πληθυσµό. Η εν λόγω μετάλλαξη µαζί µε άλλες 7 µεταλλάξεις καλύπτουν ποσοστό 75%. Οι υπόλοιπες µεταλλάξεις που έχουν βρεθεί (πάνω από 100) αντιπροσωπεύονται σε ποσοστό 0,5%-1%. Οι ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες (Castellani, et al. J Cyst Fibros 2008) επισημαίνουν ότι ο προληπτικός έλεγχος θα πρέπει να καλύπτει το 75%-85% των µεταλλάξεων του πληθυσμού.

Γενετικός έλεγχος πριν την εγκυμοσύνη
Ο µοριακός έλεγχος ενός ζευγαριού πρέπει να πραγµατοποιείται πριν από την εγκυµοσύνη ή κατά τα αρχικά στάδια της κύησης. Έτσι οι εξεταζόµενοι λαµβάνουν έγκαιρα την κατάλληλη γενετική συµβουλευτική και τη δυνατότητα επιλογής προγεννητικής διάγνωσης, αν αποδειχθούν και τα δύο µέλη ενός ζευγαριού φορείς.

Η προγεννητική διάγνωση για κυστική ίνωση, δηλαδή ο έλεγχος του εµβρύου, πραγµατοποιείται µόνο εφόσον και τα δύο µέλη του ζευγαριού είναι φορείς και έχουν ταυτοποιηθεί οι µεταλλάξεις που φέρουν. Επιπλέον, είναι συχνό το φαινόµενο να πραγµατοποιηθεί η εξέταση σε περίπτωση που υπάρχουν υπερηχογραφικά ευρήµατα, π.χ., υπερηχογενές έντερο. Προγεννητικός έλεγχος µπορεί να πραγµατοποιηθεί και στην περίπτωση ζευγαριών που έχουν ήδη πάσχον παιδί στο οποίο, όµως, δεν έχουν βρεθεί οι υπαίτιες µεταλλάξεις.

Στο εργαστήριο της Μοριακής Γενετικής της Βιοιατρικής προσφέρεται ο έλεγχος των µεταλλάξεων που έχουν βρεθεί στον ελληνικό πληθυσµό. Υπάρχει η δυνατότητα πλήρους ελέγχου (99%) του γονιδίου καθώς και ανίχνευσης ελλειµµάτων και διπλασιασµών. Ο έλεγχος αυτός µπορεί να ανιχνεύσει οποιαδήποτε αλλαγή στην αλληλουχία του DNΑ, είτε έχει πρότερη καταγραφή είτε ανιχνεύεται για πρώτη φορά.

Σε περίπτωση που έχει βρεθεί µετάλλαξη στην οικογένεια πραγµατοποιείται στοχευµένος έλεγχος στους συγγενείς µε πολύ χαµηλό κόστος (cascade screening). Η εξέταση δεν απαιτεί καµία προετοιµασία του εξεταζόµενου και για την πραγµατοποίησή της απαιτούνται δύο γενικές αίµατος EDTA (κωδικός εξέτασης 33416).