ΕΚΠΑ: Χαμηλή η ανοσολογική απόκριση των εμβολίων στους καρκινοπαθείς υπό ανοσοθεραπεία

0
137

Οι ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν ανοσοθεραπεία έχουν χαμηλότερα αντισώματα μετά την 1η δόση του εμβολιασμού έναντι της λοίμωξης Covid-19. Γι’ αυτό δεν  θα πρέπει  να εφησυχάζουν αλλά να  συνεχίζουν να τηρούν τα μέτρα προφύλαξης (μάσκα, αποστάσεις, πολύ συχνό πλύσιμο χεριών).

Αυτό είναι το συμπέρασμα της πρώτης μελέτης παγκοσμίως για την ανοσιακή απόκριση σε ογκολογικούς ασθενείς  που πραγματοποιήθηκε από τη Θεραπευτική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Υπενθυμίζεται ότι οι διεθνείς και εθνικοί επιστημονικοί οργανισμοί ενέκριναν τον εμβολιασμό των ασθενών με καρκίνο κατά προτεραιότητα, χωρίς δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας των διαθέσιμων εμβολίων, στην Ε.Ε. αφού οι ογκολογικοί ασθενείς δεν είχαν συμπεριληφθεί στις πολυκεντρικές εγκριτικές τους μελέτες.

Η έρευνα

Η προοπτική μελέτη της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ για την ανοσολογική απόκριση στον εμβολιασμό έναντι του SARS-CoV-2 περιέλαβε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες, συμπαγείς νεοπλασίες αλλά και σε υγιείς εθελοντές.

Τη μελέτη NCT04743388 ( https://www.clinicaltrials.gov/ct2/show/NCT04743388 ) συντόνισαν  ο Ευάγγελος Τέρπος (Καθηγητή Αιματολογίας του ΕΚΠΑ), ο Ιωάννης Τρουγκάκος (Καθηγητή Τμήματος Βιολογίας του ΕΚΠΑ) και ο Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανη του ΕΚΠΑ).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και ομάδες ασθενών με συμπαγή νεοπλάσματα που δεν λαμβάνουν  χημειοθεραπεία αλλά αντιμετωπίζονται με νεότερες στοχευμένες θεραπείες ή ανοσοθεραπεία (μονοκλωνικά αντισώματα που κινητοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα και συγκεκριμένα τα κυτταροτοξικά Τ-λεμφοκύτταρα έναντι νεοαντιγόνων που εκφράζονται από τα καρκινικά κύτταρα).

Τέτοιες θεραπείες θεωρείται ότι προκαλούν μικρότερη ανοσοκαταστολή και επομένως θα μπορούσαν να επηρεάζουν λιγότερο την ανάπτυξη αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2 από τον εμβολιασμό. Συνεπώς, το ίδιο το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς στρέφεται έναντι των καρκινικών κυττάρων και τα καταστρέφει.

Στο έγκριτο περιοδικό Journal of Hematology and Oncology δημοσιεύθηκαν τα στοιχεία από την ανάλυση των αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 σε 59 ασθενείς με καρκίνο που λάμβαναν ανοσοθεραπεία και είχαν λάβει τουλάχιστον μια δόση εμβολίου. Οι συγγραφείς της μελέτης είναι οι Ιατροί της Θεραπευτικής κλινικής Ευάγγελο Τέρπο, Φλώρα Ζαγουρή, Μιχάλη Λιόντο, Κωνσταντίνο Κουτσούκο, Χρήστο Μάρκελλο, Αλέξανδρο Μπριασούλη, τα μέλη του Τμήματος Βιολογίας του ΕΚΠΑ Αιμιλία Σκληρού, Έλενα-Δήμητρα Παπανάγνου και Ιωάννη Τρουγκάκο και τον Πρύτανη Θάνο Δημόπουλο.

Τα επίπεδα εξουδετερωτικών αντισωμάτων, προ της χορήγησης της πρώτης δόσης του εμβολίου (ημέρα 1) και τρεις εβδομάδες μετά (ημέρα 22), μετρήθηκαν στους ασθενείς και σε 283 υγιείς εθελοντές που εμβολιάσθηκαν την ίδια περίοδο, με τα ίδια  χαρακτηριστικά (φύλο, ηλικία,  δείκτης μάζας σώματος και το είδος του εμβολίου).

Σε ότι αφορά στην ομάδα ασθενών, η πλειονότητα έπασχε από καρκίνο πνεύμονα, ουροδόχου κύστης ή νεφρού και σε ποσοστό 83% λάμβαναν αντι-PD1 αντισώματα ενώ το υπόλοιπο 17% αφορούσε αντι-PD-L1 παράγοντες ή συνδυασμούς ανοσοθεραπευτικών παραγόντων.

Τα ευρήματα της μελέτης

Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε σε διάστημα τριών εβδομάδων μετά την πρώτη δόση του εμβολίου, η ανοσιακή απόκριση των ασθενών που λάμβαναν ανοσοθεραπεία ήταν σημαντικά μικρότερη σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Κλινικά σημαντικούς τίτλους εξουδετερωτικών αντισωμάτων είχαν αναπτύξει μόλις το 10.7% των ασθενών έναντι του 32.9% των ατόμων της ομάδας ελέγχου. Όσο για τις ανεπιθύμητες ενέργειες από τον εμβολιασμό ήταν ήπιες και στο πλαίσιο των διεθνών βιβλιογραφικών αναφορών.

Συμπέρασμα

Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ασθενείς με καρκίνο που λαμβάνουν ανοσοθεραπεία έχουν χαμηλότερα αντισώματα μετά την 1η δόση του εμβολιασμού. Ωστόσο, κρίνεται ότι είναι αναγκαία  μελέτη μεγαλύτερου αριθμού ασθενών θα καθορίσει αν το εύρημα αυτό σχετίζεται άμεσα με την αρνητική επίδραση της ανοσοθεραπείας ή με άλλους παράγοντες. Συμπερασματικά, οι ασθενείς δεν θα πρέπει να εφησυχάζουν μετά την έναρξη του εμβολιασμού τους για τη νόσο COVID-19, αλλά να τηρούν  τα μέτρα προστασίας.