Η τεχνική του λεμφαδένα φρουρού στις γυναικολογικές κακοήθειες

0
361

Ο λεμφαδένας φρουρός είναι μια τεχνική της γυναικολογικής ογκολογίας που βοηθάει να σταδιοποιηθούν οι κακοήθειες, έχοντας υψηλό ποσοστό ευαισθησίας που σε κάποιους καρκίνους όπως π.χ. στον καρκίνο του ενδομητρίου μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει το 98%.

«Στην ουσία πρόκειται για μια χειρουργική διαδικασία κατά την οποία γίνεται εκτομή και βιοψία του λεμφαδένα που βοηθάει να καθοριστεί εάν ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί πέρα από έναν αρχικό όγκο στο λεμφικό μας σύστημα», εξηγεί ο κ. Στυλιανός Ίβρος Ιατρός Γυναικολόγος, Διευθυντής Μονάδας Γυναικολογικής Ογκολογίας του Metropolitan Hospital και προσθέτει:
«Η τεχνική βασίζεται στην παρατήρηση ότι ο λεμφαδένας φρουρός είναι ο πρώτος λεμφαδένας στον οποίο φτάνει η λέμφος της νόσου, ο πρώτος δηλαδή λεμφαδένας στον οποίο φτάνουν τα καρκινικά κύτταρα. Εντοπίζοντας αυτό τον λεμφαδένα και ελέγχοντας εάν είναι αρνητικός (ή θετικός) για μεταστατική διήθηση, δηλαδή για καρκινικά κύτταρα, μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν έχει προχωρήσει η νόσος. Αυτό μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη σταδιοποίηση δηλαδή για την έκταση της νόσου, που τις αξιοποιούμε στην επικουρική θεραπεία.

Παράλληλα, απαλλάσσει τις ασθενείς από την εκτεταμένη επέμβαση της λεμφαδενεκτομής, επέμβαση που αυξάνει τη νοσηρότητα (πιθανότητα λεμφοιδήματος κάτω άκρων τα πρώτα 2 χρόνια μετεγχειρητικά έως 30%)».

Σε ποιες γυναικολογικές κακοήθειες μπορεί να εφαρμοστεί;

Η τεχνική του λεμφαδένα φρουρού εφαρμόζεται εδώ και χρόνια στον καρκίνο του αιδοίου, στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και, τα τελευταία χρόνια, στον καρκίνο του ενδομητρίου, με εξαιρετική επιτυχία, έως και 98%.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τεχνική εφαρμόζεται γενικότερα στη χειρουργική ογκολογία (στον καρκίνο του μαστού, στο μελάνωμα κ.ά.) επίσης με επιτυχία εδώ και δεκαετίες.

Τα πλεονεκτήματα της τεχνικής

«Η τεχνική έχει δύο πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι με τη βοήθεια μια συγκεκριμένης χρωστικής μπορούμε να ανακαλύψουμε ακόμα και καρκινικά κύτταρα τα οποία έχουν αρχίσει να «ταξιδεύουν» από τον κύριο όγκο προς άλλα σημεία και το δεύτερο πλεονέκτημα είναι ότι μπορούμε να πάρουμε το μέγιστο σε πληροφορίες για τον όγκο με το μικρότερο δυνατό χειρουργικό κόστος. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει τη σωστή, εξατομικευμένη επικουρική θεραπεία που χρειάζεται η ασθενής», καταλήγει ο κ. Ίβρος.