Ασθενείς με ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου στην εποχή της πανδημίας

0
58

Είναι μεγαλύτερη η συχνότητα λοίμωξης από τον ιό SARS-CoV-2 σε ασθενείς με ΙΦΝΕ και χρειάζεται να ενδοσκοπούνται στην περίοδο της πανδημίας; Σε αυτά και άλλα ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει η επιστημονική κοινότητα μετά το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού.

«Τα μέχρι τώρα δεδομένα δείχνουν ότι η συχνότητα της λοίμωξης από τον ιό SARS-CoV-2 σε ασθενείς με ΙΦΝΕ ακόμα και σε αυτούς που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή, δε διαφέρει από το γενικό πληθυσμό. Επιπλέον, ακόμα και αυτοί οι ασθενείς με ΙΦΝΕ που θα προσβληθούν από τη νόσο COVID-19 δε φαίνεται να έχουν χειρότερη πρόγνωση από το γενικό πληθυσμό στην έκβαση της λοίμωξης» μας λέει ο Θεόδωρος Εμμανουήλ Γαστρεντερολόγος, Διευθυντής Γαστρεντερολογικής – Ηπατολογικής Κλινικής Metropolitan General  που μας απαντάει στις παραπάνω αλλα και σε άλλες ερωτησεις.

Τι είναι οι ΙΦΝΕ

Οι ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (ΙΦΝΕ -ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn) αποτελούν χρόνια φλεγμονώδη νοσήματα του πεπτικού συστήματος, που προσβάλουν εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Παρουσιάζουν υφέσεις και εξάρσεις και για την αντιμετώπισή τους απαιτούνται συχνά ισχυρά φάρμακα, όπως κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά και βιολογικοί παράγοντες που ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο λοιμώξεων, αναφέρει

Πώς παρακολουθούμε τους ασθενείς με ΙΦΝΕ κατά τη διάρκεια της πανδημίας;

Η έλευση της πανδημίας ανάγκασε τα συστήματα υγείας να αλλάξουν στρατηγική, έτσι ώστε σε Νοσοκομειακό επίπεδο να υποστηρίζονται μόνο οι άκρως επείγουσες περιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, οι περισσότεροι ασθενείς με ΙΦΝΕ μπορούν να παρακολουθηθούν από μακριά με τη χρήση του διαδικτύου, ενώ οι φαρμακευτικές εταιρείες μπορούν να επιφορτιστούν με την προμήθεια των φαρμάκων απευθείας στο σπίτι των ασθενών, έτσι ώστε όσο το δυνατόν λιγότεροι ασθενείς να συνωστίζονται στις μονάδες υγείας. Αν και μειώνεται σε μεγάλο βαθμό η προσωπική σχέση του ασθενούς με τον ιατρό, εντούτοις εάν γίνεται συχνά αυτή η επικοινωνία, έστω και διαδικτυακά, μπορεί να υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την πραγματική παρακολούθηση.

Πρέπει να ενδοσκοπούνται όλοι στην περίοδο της πανδημίας;

Η ενδοσκόπηση αποτελεί σημαντικό εργαλείο στη διαχείριση ασθενών με ΙΦΝΕ τόσο για τη διάγνωση, όσο και κατά την παρακολούθηση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση. Καθώς έχει αποδειχτεί ότι ο ιός SARS-CoV-2 έχει απομονωθεί εκτός από τα σταγονίδια από το αναπνευστικό και στα κόπρανα ασθενών, οι ενδοσκοπήσεις θεωρούνται υψηλού κινδύνου εξετάσεις για τη μετάδοση του ιού. Στα πλαίσια αυτά συστήνεται από τους επιστημονικούς φορείς η διενέργεια μόνο των άκρως απαραίτητων ενδοσκοπικών πράξεων. Επιπλέον, εάν αυτές εκτελεστούν να λαμβάνονται όλα τα απαιτούμενα μέτρα για τη προστασία του ιατρο-υγειονομικού προσωπικού. Για το σκοπό της μείωση των ενδοσκοπικών πράξεων έχει αναπτυχθεί ευρέως η χρήση άλλων μη επεμβατικών μεθόδων αξιολόγησης της φλεγμονής του πεπτικού σωλήνα, όπως για παράδειγμα η λήψη δειγμάτων κοπράνων (καλπροτεκτίνη), που γίνεται στο σπίτι.

Πρέπει να εμβολιαστούν;

Υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των ειδικών ότι ο κίνδυνος από τον εμβολιασμό για τους ασθενείς με ΙΦΝΕ είναι πολύ χαμηλός και ότι τα διαθέσιμα εμβόλια είναι ασφαλή, ανεξάρτητα από το αν οι ασθενείς βρίσκονται σε μόνιμη θεραπεία, ακόμα και ανοσοκατασταλτική, μιας και τα εμβόλια δε βασίζονται σε ζώντες οργανισμούς. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι τα εμβόλια επιδεινώνουν τα συμπτώματα ή προκαλούν έξαρση της νόσου. Τέλος, σε σχέση με την πιθανότητα μειωμένης ανοσολογική απόκρισης σε ασθενείς υπό ανοσοκαταστολή δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα. Ακόμα και αν αυτό αποδειχτεί, σίγουρα είναι προτιμότερος ο εμβολιασμός με μικρότερη ανοσολογική απάντηση σε σχέση με παντελή αποχή από τον εμβολιασμό.

Πρωτοβουλίες για την ψυχική υγεία και την εκπαίδευση τους

Την εποχή της πανδημίας οι ασθενείς με ΙΦΝΕ αισθάνονται ιδιαίτερη ανασφάλεια καθώς κατακλύζονται από πολλές πληροφορίες από πολλά μέσα και από μη έγκυρες πηγές. Καθώς η έξαρση των ΙΦΝΕ δεν έχει να κάνει μόνο με τη σωστή και αυστηρή τήρηση των θεραπευτικών πρωτοκόλλων, αλλά και με την καλή ψυχολογική υγεία των ασθενών, απαιτείται συχνή ενημέρωση μόνο από επίσημους επιστημονικούς φορείς και από τους συλλόγους ασθενών για τα νέα επιστημονικά δεδομένα.