Eρευνα για ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα: Οι περισσότεροι αδυνατούν να πληρώσουν θέρμανση και λογαριασμούς

0
230

Οικονομική «αιμορραγία» αντιμετωπίζουν οι ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα, αμέσως μετά τη διάγνωση, καθώς ένας στους τέσσερις αναγκάζεται να εγκαταλείψει την εργασία του, με συνέπεια να συρρικνώνεται επικίνδυνα το εισόδημα του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανταπεξέλθει στα αυξανόμενα ιατρικά και μη ιατρικά έξοδα όπως η θέρμανση, οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας π.χ το τηλέφωνο και το κόστος από τα ταξίδια του, στα τριτοβάθμια νοσοκομεία και τους γιατρούς των πόλεων.

Τα παραπάνω δυσοίωνα ευρήματα αναφέρει μεγάλη πανευρωπαϊκή μελέτη, στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα.

Συγκεκριμένα η 8η Έκθεση LuCE,  με τίτλο «Οικονομικός αντίκτυπος του καρκίνου του πνεύμονα: Μια ευρωπαϊκή προσέγγιση», παρουσιάστηκε πριν από λίγες μέρες από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τον Καρκίνο του Πνεύμονα (LuCE).

Η έκθεση διερευνά την οικονομική επιβάρυνση από τον καρκίνο του πνεύμονα, όπως καταγράφεται από τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του πνεύμονα και από τους φροντιστές τους.

Η Ελλάδα ήταν μία από τις 28 χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που συμμετείχαν στην παραπάνω έρευνα και  συνολικά καταγράφηκαν 120 απαντήσεις από τους συμμετέχοντες.

Η FairLife L.C.C., ως ενεργό μέλος του LuCE, ανέλαβε και φέτος να κοινοποιήσει στην Ελλάδα την 8η έρευνα του Ευρωπαϊκού φορέα.

Κύρια ευρήματα

  • Οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήρθαν αντιμέτωποι τόσο με ιατρικές (73,5%) όσο και μη ιατρικές δαπάνες (87,2%) λόγω του καρκίνου του πνεύμονα. Τα έξοδα που αναφέρθηκαν συχνότερα ήταν τα ταξίδια για ιατρικούς λόγους (83,7%), οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας του νοικοκυριού, όπως το τηλέφωνο ή η θέρμανση (77,3%), και τα προσωπικά είδη, όπως επίδεση, επίδεσμοι και αλοιφές (72,3%).
  • Το 62,9% ανέφερε μείωση του εισοδήματος του νοικοκυριού μετά τη διάγνωση. Οι μισοί (49,5%) αντιμετώπισαν μείωση του εισοδήματος μεγαλύτερη από 30% σε σύγκριση με τη ζωή πριν από τον καρκίνο του πνεύμονα.
  • 1 στους 4 ανέφερε την αδυναμία εργασίας ως μία από τις αιτίες για τη μείωση του εισοδήματος. Oι απουσίες από την εργασία (27,9%) και η συνταξιοδότηση λόγω ασθένειας (26,8%) είναι οι επόμενοι αναφερόμενοι λόγοι.
  • Το 66,7% αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες ως συνέπεια της νόσου. Οι δυσκολίες αυτές επισημάνθηκαν συχνότερα από τους φροντιστές (77,9%) παρά από τους ασθενείς (62,3%). Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 2% των συμμετεχόντων χρειάστηκε περισσότερο από το 30% του εισοδήματος του νοικοκυριού για να καλύψει τις δαπάνες που αφορούσαν τον καρκίνο του πνεύμονα.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι δαπάνες που σχετίζονται με τον καρκίνο του πνεύμονα επηρέασαν τα οικονομικά σε σημείο που το 45,7% αντιμετώπισε δυσκολίες στην κάλυψη των δαπανών που προέκυψαν από τον καρκίνο του πνεύμονα. Κατά συνέπεια, το 36,8% δυσκολεύτηκε να ζήσει με το τρέχον εισόδημα του νοικοκυριού.

Επιπτώσεις λόγω οικονομικής πίεσης

Το 88,4% των ατόμων που ήρθαν αντιμέτωποι με οικονομικές δυσκολίες δήλωσαν ότι τουλάχιστον ένας τομέας της ζωής τους επηρεάστηκε αρνητικά από τις οικονομικές επιπτώσεις. Οι κυριότερες επιπτώσεις που αναφέρθηκαν ήταν η ψυχική υγεία (67,5%) και ο τρόπος ζωής και οι κοινωνικές δραστηριότητες (59,0%).

Η πλειονότητα των συμμετεχόντων με οικονομικές δυσκολίες (82,1%)αντιλαμβανόταν τις παραπάνω επιπτώσεις ως εμπόδιο για τη θεραπεία, την ανάκαμψη και τη φροντίδα.

Τα ευρήματα δείχνουν πως το 26,5% των ανθρώπων που βιώνουν τον καρκίνο του πνεύμονα πήρε μια απόφαση που επηρέασε τη φροντίδα τους ή την τήρηση της θεραπείας τους για οικονομικούς λόγους.

Μόνο 1 στους 5 ερωτηθέντες είχε αναζητήσει οικονομική στήριξη από τη δημόσια υγειονομική περίθαλψη (21,6%) ή την κοινωνική μέριμνα (20,6%). Ωστόσο, περίπου το 30% και το 41%, αντίστοιχα, δεν έλαβαν την απαιτούμενη βοήθεια.

Η υποστήριξη για τα έξοδα αναφορικά με τη φαρμακευτική αγωγή και την υγειονομική περίθαλψη προσδιορίστηκε ως η πιο αναγκαία οικονομική στήριξη (53.0%).