Αιμορροΐδες: Μήπως φταίει και το κάπνισμα;

0
42

Μία από τις πρώτες μελέτες που διερεύνησε τη σχέση μεταξύ του καπνίσματος και των αιμορροΐδων έδειξε ότι τα αγγεία στην πρωκτική περιοχή επηρεάζονται από τη χρήση προϊόντων καπνού, όπως ακριβώς και άλλα αγγειακά συστήματα του σώματος.

Η ανακάλυψη αυτή, αφού επιβεβαιωθεί και από άλλες μελέτες, ενδεχομένως να βοηθήσει μελλοντικά στη δυνατότητα αξιολόγησης και άλλων συστηματικών και γαστρεντερικών αγγειακών βλαβών, δεδομένης της ευκολίας διάγνωσης των αιμορροΐδων με απλό και οικονομικά αποδοτικό τρόπο.

«Το κάπνισμα μπορεί να διαταράξει σοβαρά το πεπτικό σύστημα και να επιδεινώσει την πορεία πολλών σοβαρών ασθενειών του, όπως π.χ. η νόσος του Crohn, η ηπατική νόσος, η χολολιθίαση, το πεπτικό έλκος και ο καρκίνος του παχέος εντέρου. Στις αιμορροΐδες είναι γνωστή η έμμεση επίδρασή του: έχει αποδειχθεί ότι αποδυναμώνει τον κατώτερο οισοφάγο σφιγκτήρα (ο οποίος είναι υπεύθυνος για την αποτροπή της αναγωγής οξέος στον οισοφάγο) προκαλώντας γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων συχνά προκαλούν δυσκοιλιότητα, την κύρια αιτία εμφάνισης και επιδείνωσης των αιμορροΐδων. Ωστόσο, για την επίδραση του καπνίσματος στα αιμορροϊδικά αγγεία δεν γνωρίζουμε πολλά», μας εξηγεί ο δρ Αναστάσιος Ξιάρχος, ιδρυτικό μέλος και πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Ορθοπρωκτικής Χειρουργικής, Ερευνητής & Διδάσκων στο Εργαστήριο Βιοπληροφορικής & Ανθρώπινης Ηλεκτροφυσιολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

 Κάπνισμα και αγγειακές βλάβες

 Το κάπνισμα είναι ένας πολύ γνωστός παράγοντας κινδύνου για αγγειακές βλάβες και εμπλέκεται σε πολλές παθήσεις των αγγείων, όπως η αθηροσκλήρωση, η περιφερική αγγειακή νόσος, η στεφανιαία νόσος, το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής και οι κιρσοί.

Αφού έχει αποδειχθεί η σχέση μεταξύ του καπνίσματος και των κύριων αρτηριακών και φλεβικών συστημάτων, ερευνητές από τα τμήματα Παθολογίας και Γαστρεντερολογίας του Ιατρικού Κέντρου του Μπρούκλιν και του τμήματος Γαστρεντερολογίας του Κέντρου Πεπτικών Διαταραχών στη Σεναντόα του Τέξας ενδιαφέρθηκαν να εντοπίσουν, εάν υπάρχει, παρόμοια επίδραση στην αιμορροϊδική αγγείωση.

Πραγματοποίησαν μια ανασκόπηση όλων των κολονοσκοπήσεων που είχαν διεξαχθεί και αφού μελέτησαν στοιχεία 242 ατόμων βρήκαν ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ του καπνίσματος και των αιμορροΐδων, με τον κίνδυνο εμφάνισής τους στους καπνιστές να είναι 2,4 φορές μεγαλύτερος από εκείνον που διατρέχουν οι μη καπνιστές.

Παρατήρησαν επίσης ότι δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στην επίπτωση αιμορροϊδικών αγγειακών βλαβών μεταξύ των πρώην και των νυν καπνιστών, όπως και των ανδρών έναντι των γυναικών καπνιστών.

Αιμορροΐδες και θεραπεία

Όπως μας εξηγεί ο Δ/ντής Χειρουργικής Κλινικής Ομίλου Ιατρικό, Ιατρικό Περιστερίου, δρ Αναστάσιος Ξιάρχος, οι αιμορροΐδες βρίσκονται στο πρωκτικό κανάλι και αποτελούνται τόσο από αγγειακές όσο και από μη αγγειακές υποστηρικτικές δομές.

Μπορούν να εξεταστούν εύκολα, χωρίς να απαιτούνται συνήθως ιδιαίτερες εξετάσεις. Κατηγοριοποιούνται με βάση την εμφάνισή τους και τον βαθμό πρόπτωσης σε 4 βαθμούς.

Οι αιμορροΐδες 1ου βαθμού δεν είναι ορατές και φαίνονται μόνο με το πρωκτοσκόπιο, οι 2ου βαθμού προπίπτουν (εξέρχονται) μέσα στον πρωκτό, οι 3ου βαθμού προπίπτουν και ανατάσσονται από τον ίδιο τον ασθενή και οι 4ου βαθμού προπίπτουν και δεν ανατάσσονται εύκολα.

«Η θεραπεία στις αιμορροΐδες των δύο αρχικών σταδίων είναι συντηρητική και γίνεται είτε στο σπίτι, είτε σε επίπεδο εξωτερικού ιατρείου. Εάν αποτύχει, καθώς κάθε ασθενής είναι μοναδικός και η πορεία της πάθησης διαφορετική, τον λόγο έχει η χειρουργική επέμβαση.

Η γνώση της ανατομίας των αιμορροϊδικών αγγείων, η άμεση σχέση της αιματικής ροής με τη δημιουργία αιμορροϊδικών όζων και η εξέλιξη της τεχνολογίας των υπερήχων, οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας μοντέρνας και απολύτως ανώδυνης μεθόδου αντιμετώπισης των αιμορροΐδων, την καθοδηγούμενη με υπέρηχο απολίνωση των αιμορροϊδικών αρτηριών» όπως εξηγεί ο γιατρός.

Πρόκειται για μια ελάχιστα επεμβατική μέθοδο, που επιτρέπει την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας σε μόλις 15 λεπτά, χωρίς να απαιτείται από τον ασθενή η παραμικρή φροντίδα ούτε προεγχειρητικά ούτε μετεγχειρητικά.