Καρκίνος προστάτη: Ο ετήσιος έλεγχος PSA σε συνδυασμό με τη δακτυλική εξέταση ζώσουν ζωές.

0
159

Ο ετήσιος έλεγχος του PSA των ανδρών άνω των 50 ετών  σε συνδυασμό με τη δακτυλική εξέταση, μειώνει σημαντικά το  ποσοστό των ανθρώπων που χάνουν τη ζωή τους, κάθε χρόνο εξαιτίας του καρκίνου του προστάτη, που είναι η πιο συχνή ογκολογική απειλή στο ανδρικό φύλλο.

«Είναι πραγματικά πολύ σημαντικό οι άνδρες άνω των 50 ετών να είναι συνεπείς και να κάνουν την εξέταση PSA σε συνδυασμό με τη δακτυλική εξέταση, γιατί σύμφωνα με τις στατιστικές μελέτες έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν 17% πιθανότητες να ανακαλυφθεί η νόσος σε πρώιμο στάδιο εάν γίνουν παράλληλα αυτές οι δυο εξετάσεις. Και αυτό συμβαίνει γιατί έχει παρατηρηθεί να έχει κάποιος ασθενής πρώιμο καρκίνο του προστάτη και οι τιμές του  PSA να είναι φυσιολογικές» είπε στο Περί Υγείας ο  εξειδικευμένος στη Λαπαροσκοπική και Ρομποτική Χειρουργική,  Χειρουργός Ουρολόγος  Δρ. Μάρκος Καραβιτάκης, MD, MSc, DIC (Imperial College), PhD, FEBU, Αs. Member European Association of Urology Guidelines Office.

Ο προστάτης είναι ένας αδένας που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την ουροδόχο κύστη των ανδρών. Ο ρόλος του είναι πολύ σημαντικός στον ανδρικό οργανισμό καθώς παράγει και παρέχει ένα μέρος του υγρού που υπάρχει στο σπέρμα. Οι μύες του βοηθούν στην αποβολή του κατά τη διάρκεια της εκσπερμάτισης. Περιβάλλει δε την ουρήθρα και εξαιτίας αυτού τα προβλήματα του αδένα μπορεί μερικές φορές να επηρεάσουν τον τρόπο ούρησης.

Μεταξύ αυτών των προβλημάτων είναι και ο καρκίνος. Πρόκειται για τον πιο συχνό καρκίνο στους άνδρες και τη δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου τους από τη νόσο.

Η μέση ηλικία διάγνωσης κυμαίνεται μεταξύ 70 – 74 ετών, ενώ η εμφάνισή της σε άνδρες κάτω των 50 ετών είναι σπάνια: « Ωστόσο υπάρχουν και οι άνδρες που έχουν κληρονομικό ιστορικό (πάππους, πατέρας, αδελφός κλπ) και γι΄ αυτό αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να ξεκινήσουν τον έλεγχο PSA, πιο νωρίς, από τα 40- 45 έτη,  σύμφωνα πάντα  με τις οδηγίες του θεράποντα γιατρού τους» εξηγεί ο κ. Καραβιτάκης.

To PSA δεν δείχνει μόνο καρκίνο του προστάτη

Ο καρκίνος του προστάτη δεν είναι η μοναδική νόσος που μπορεί να προσβάλλει τους άνδρες, γι΄ αυτό και οι αυξημένες τιμές του PSA δεν συνεπάγονται πάντα ότι ο ασθενής πάσχει από τη νόσο.

«Καταρχήν ψυχραιμία» μας λέει ο γιατρός και συνεχίζει: «Οι αυξημένες τιμές PSA μπορεί να είναι αποτέλεσμα και άλλων παθήσεων του προστάτη (π.χ. Προστατίτιδα). Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο, που ορισμένοι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι η ανεύρεσή αυξημένων τιμών του PSA οδηγεί μεγάλο αριθμό ατόμων σε αναίτιες βιοψίες ή θεραπείες, έχοντας τον κίνδυνο των παρενεργειών» επισημαίνει ο Δρ. Καραβιτάκης.

Ωστόσο οι επιστήμονες εκτιμούν ότι είναι σωστό  να γίνεται μια φορά το χρόνο η εξέταση PSA σε άνδρες άνω των 50 ετών για να γνωρίζουν εάν είναι υγιείς ή όχι.

Αντιμετώπιση της νόσου

Στις περιπτώσεις που εντοπίζεται πρώιμος καρκίνος του προστάτη, θα εκτιμηθούν τα οφέλη και οι κίνδυνοι οποιασδήποτε θεραπευτικής επιλογής. Εξάλλου, υπάρχουν αργά αναπτυσσόμενοι καρκίνοι του προστάτη που δεν προκαλούν συμπτώματα ούτε μειώνουν το προσδόκιμο ζωής. Η ενεργός παρακολούθηση, που περιλαμβάνει τακτικές εξετάσεις για τον έλεγχο της μη επιδείνωσης του καρκίνου, σε ορισμένους ασθενείς αρκεί κι έτσι αποφεύγονται οι παρενέργειες άλλων, πιο δραστικών θεραπευτικών επιλογών.

Όμως, ο καρκίνος μπορεί να εξελιχθεί και να κριθεί ότι η αποτελεσματικότερη θεραπεία είναι η αφαίρεσή του. «Η χειρουργική επέμβαση επιλέγεται για τη θεραπεία του καρκίνου του προστάτη όταν δεν έχει κάνει μεταστάσεις.

Ο κύριος τύπος χειρουργικής είναι η ριζική προστατεκτομή. Σε αυτή, ο χειρουργός αφαιρεί ολόκληρο τον αδένα συν μερικούς ιστούς γύρω του, συμπεριλαμβανομένων των σπερματοδόχων κύστεως.

Μια ριζική προστατεκτομή μπορεί να γίνει είτε με ανοιχτή προσέγγιση είτε λαπαροσκοπικά. Η λαπαροσκοπική προσέγγιση που μπορεί να γίνει με ή χωρίς την υποβοήθηση της ρομποτικής πλατφόρμας χρησιμοποιεί μικρότερες τομές και ειδικά μακρά χειρουργικά εργαλεία για την απομάκρυνση του προστάτη.

Τα τελευταία χρόνια έχει κερδίσει έδαφος έναντι των ανοιχτών επεμβάσεων λόγω της μικρότερης απώλειας αίματος και του πόνου, της βραχύτερης νοσηλείας (συνήθως όχι περισσότερο από μία ημέρα) και τους ταχύτερους χρόνους ανάρρωσης. Σε κάθε προσέγγιση σημαντικός παράγοντας επιτυχίας είναι η ικανότητα και η εμπειρία του χειρουργού», διευκρινίζει ο Δρ. Καραβιτάκης.

Εκτός από τη χειρουργική επέμβαση μπορεί να απαιτηθούν κι άλλες θεραπείες, όπως ακτινοθεραπεία, ορμονοθεραπεία, χημειοθεραπεία και υψηλής έντασης εστιασμένος υπέρηχος.